θηλυδρίᾳ — θηλυδρίαι , θηλυδρίας effeminate person masc nom/voc pl (ionic) θηλυδρίᾱͅ , θηλυδρίας effeminate person masc dat sg (attic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
θηλυδρίαν — θηλυδρίᾱν , θηλυδρίας effeminate person masc acc sg (attic epic doric ionic aeolic) θηλυδρίας effeminate person masc acc sg (ionic) θηλυδρίᾱν , θηλυδριάω effeminate person imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) θηλυδρίᾱν , θηλυδριάω effeminate… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
θηλυδρίας — θηλυδρίᾱς , θηλυδρίας effeminate person masc acc pl (ionic) θηλυδρίᾱς , θηλυδρίας effeminate person masc nom sg (attic epic doric ionic aeolic) θηλυδρίᾱς , θηλυδριάω effeminate person imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
θηλυδριώδης — θηλυδριώδης, ες (Α) [θηλυδρίας] αυτός που ανήκει ή ταιριάζει σε θηλυδρία, σε θηλυπρεπή. επίρρ... θηλυδριωδῶς (Α) με τρόπο θηλυδριώδη … Dictionary of Greek
θηλυδρίαι — θηλυδρίας effeminate person masc nom/voc pl (ionic) θηλυδρίᾱͅ , θηλυδρίας effeminate person masc dat sg (attic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)